Η Κοίμηση της Παρθένου


Πάσχα του καλοκαιριού αποκαλούν οι ορθόδοξοι χριστιανοί την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, το τελευταίο και πιο σημαντικό ημερολογιακό ορόσημο λίγο πριν το τέλος του καλοκαιριού. Με ποιον όμως τρόπο ταυτίζεται η Κοίμηση της Παρθένου με τον ομώνυμο αστερισμό της Παρθένου που ουσιαστικά σηματοδοτεί την σταδιακή μας είσοδο στο φθινόπωρο;

Ο αστερισμός της Παρθένου καταγράφηκε ήδη από τον δεύτερο μεταχριστιανικό αιώνα από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο στον κατάλογο της Αλμαγέστης και αποτελεί τον μόνο θηλυκό αλλά και τον μεγαλύτερο από τους ζωδιακούς αστερισμούς, καθώς ο αριθμός των αστέρων φτάνει τους εκατόν είκοσι δια γυμνού οφθαλμού. Εντοπίζεται στο ουράνιο στερέωμα δίπλα από τον αστερισμό του Ικάριου ή Βοώτη και ταυτίζεται με την Ηριγόνη.

Η Παρθένος συνδέθηκε εξαρχής με τον Οίκο του Ερμή, καθώς υπήρχε η πεποίθηση ότι ο πλανήτης Ερμής βρίσκονταν σε αυτόν τον αστερισμό τη στιγμή της δημιουργίας του σύμπαντος. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι η Παρθένος κυβερνούσε την ανθρώπινη κοιλιά και το υπογάστριο γι’ αυτό και η μετέπειτα ταύτιση με τη μητέρα του θεανθρώπου Χριστού. Ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος ταυτίζει την Παρθένο με την γέννηση της τραγωδίας και τον ερχομό του Διονύσου. Πολλοί μάλιστα ιστορικοί θεωρούν ότι τα πρώτα θεατρικά έργα τελούνταν από ιερείς κατά την περίοδο που μεσουρανούσε η Παρθένος, ανάγοντας τον αστερισμό προστάτη της ιατρικής και της υποκριτικής, συσχέτιση που διακρίνεται στο ιερό της Επιδαύρου.

Ο φωτεινότερος αστέρας της Παρθένου, ο φασματοσκοπικός Στάχυς, είναι 15.000 φορές λαμπρότερος από τον Ήλιο. Το όνομα Στάχυς σχετίζεται με ένα στάχυ σιταριού που κρατά η Παρθένος στο αριστερό της χέρι. Η εμφάνιση του Στάχεως ταυτίζονταν στην αρχαιότητα με την συγκομιδή των σιτηρών και σηματοδοτούσε την έναρξη της προετοιμασίας για τα Μεγάλα Μυστήρια της Κόρης στην πόλη της Ελευσίνας. Πράγματι, το όνομα της Παρθένου στην αττική διάλεκτο είναι Κόρη, καθώς ο αστερισμός αναπαριστά την κόρη της Δήμητρας, Περσεφόνη, η οποία προετοιμάζει την κάθοδό της στο βασίλειο του Πλούτωνα.

Φαίνεται, η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση δεν εορτάζει τυχαία την «Κοίμηση» της Παρθένου αυτή την περίοδο, καθώς αποτελεί μία προ αιώνων υπενθύμιση των κοσμικών νόμων που σχετίζονται με το φαινόμενο της ζωής, την φθαρτότητα και τον επικείμενο θάνατο. Άλλο ένα καλοκαίρι κάνει αισίως τον κύκλο του. Η ελληνική ύπαιθρος γεμίζει μουσικές και ενθουσιώδεις χορευτές στους ρυθμούς της ελληνικής παράδοσης. Ας ξεχυθούμε στα λαϊκά μας πανηγύρια, απολαμβάνοντας κάθε μας στιγμή σα να ’ναι η τελευταία!

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα


Όχθη

Eίμεθα στη όχθη σαν προβλήτες
Tα χέρια μας απλώνονται στον ουρανό
Kαι κατεβάζουν τα πουλιά
Kαι τα κελεύσματα των οδοιπόρων.

Mία γυναίκα κάποτε μας σταματά
Aν δεν γελάσει πρόκειται να βρέξη.

***

Σκοπιά

Κρατάμε μέσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις
Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται
Στην κάθε μας ματιά.

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα
Η χάρη τους είναι ψηλή περιπλοκάδα
Που σφίγγει τα μελλούμενα και την ζωή μας
Μέσα στ’ αστέρια.

***

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της
όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

[Ενδοχώρα, 1945]

***

«Εγώ εξεπαιδεύθην στην καθαρεύουσα. Τα εκφραστικά μου μέσα στη δημοτική ήσαν ακαδημαϊκά, ψεύτικα. Τα ’μαθα. Έγραφα ως δημοτικιστής ώσπου έφθασα στον υπερρεαλισμό. Και έχω ακόμη μερικά κείμενά μου τυπικώς υπερρεαλιστικά. Και σαν νέος που ήμουν και παιδί, δεν ήμουν καν δημοτικιστής, με την έννοια που λέμε σήμερα, ήμουν μαλλιαρός, μαθητής του Ψυχάρη, κάτοχος της γραμματικής του (…) Ακόμη γράφουμε σύμφωνα με τας πρώτας αρχάς του υπερρεαλισμού χρησιμοποιούντες την αυτόματον γραφήν και έχω πολλά ποιήματα στα συρτάρια μου παραπλεύρως μ’ αυτά που βεβαίως δεν είναι πλέον υπερρεαλιστικά. Δεν είναι υπερρεαλιστικά με την έννοια της εφαρμογής της αυτομάτου γραφής, αλλά εάν προσέξετε, θα δείτε ότι η αφομοίωσις των απώτερων σκοπών που επιδιώκει ο υπερρεαλισμός, που δεν ήταν απλώς να γράφει κανείς ωραία ποιήματα ή όμορφη πρόζα, αλλά να καθιστά πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ζωντανή την ζωή και θα πω ακόμη: εδεμικήν. Όχι με την έννοιαν του παραδείσου αλλά με την έννοιαν την διαφοροποιημένη της Εδέμ, στην οποίαν επανερχόμενος ο Αδάμ, υπό άλλο πνεύμα, θα μπορέσει επιτέλους να μην έχει ανάγκη ηλεκτρονικών εγκεφάλων, ανάγκη πολλής-πολλής λογικής που είδαμε που οδήγησε: τον Κάιζερ αρχικά, τον Χίτλερ αργότερα και άλλους, ολιγότερον βαρβάρους αλλά στυγνούς ωσαύτως ανθρώπους».

[απόσπασμα ομιλίας στο ΑΠΘ, 22 Μαρτίου 1973]

***

«Ήτανε δειλινό, καλοκαίρι κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έφταναν οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν έξω στις πρασιές, γύρω από ένα μεγάλο σιντριβάνι. Να συνεχίζεται η ζωή έτσι, χωρίς να γνοιάζεται κανείς αν την ίδια εκείνη στιγμή μπορούσε να χάνεται μια ύπαρξη πολύτιμη, μου φαινότανε ανυπόφορο. Δεν είχα παρά να συμμαχήσω με την ήττα. Έφυγα για την Αίγινα και δεν ξαναγύρισα παρά για να προστεθώ στη μικρή πομπή που ακολούθησε το φέρετρό του, εκεί, στην Κηφισιά, σ’ ένα μικρό κοιμητήριο γαλήνιο, ήμερο σαν την ψυχή του. Τώρα οι επαναστάσεις όλες είχαν κάνει το δρόμο τους, κι ένα λουλούδι ξανατολμούσε ν’ αρθρώσει το όνομά του. Η οικουμένη επέστρεφε στην Αττική τον άνθρωπο που της δανείστηκε για μια στιγμή. Δεν ήταν θάνατος αυτός, αλλά ένα φύσημα ελαφρύ, κι ύστερα τα πουλιά και το κελαηδητό τους – μια συνέχεια στην ποίηση κείνου που χανόταν εδώ για να ξαναβρεθεί κερδισμένος αλλού, για πάντοτε, μέσα στους γαλάζιους ατμούς τ’ ουρανού λευκές πέτρες».

[Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, 1980]

Αύγουστος

Κρύβει μια πληρότητα και μια ερημιά αυτός ο μήνας· κάποια αδιόρατη αίσθηση τέλους. Το βέβαιο του τέλους. Σα να μετράμε τη ζωή μας μ’ Αυγούστους: «Πόσους έζησες; Πόσοι σου απομένουν;»

Στο νου οι τόποι που αγάπησα: η Ελασσόνα, το Χόρτο, ο Άγιος Λαυρέντης, η Πλατιά Άμμος. Θυμάμαι, κυνηγούσα να φωτογραφήσω ηλιοβασιλέματα. Ν’ αποτυπώσω ένα ανεπαίσθητο “κάτι” ανάμεσα σε εκατοντάδες πανομοιότυπες λήψεις. Θυμάμαι βόλτες σε άδειους δρόμους, οσμή τσιγάρου και αντηλιακού ή τη λιγωτική μυρωδιά λιβανιού ανήμερα της Παναγίας. Μοναχικοί καφέδες στην πρωινή δροσιά της βεράντας κι απογεύματα με σύκο και σταφύλι. Σε μια παραλία, κάτω απ’ τη σκιά ενός δέντρου ή γυμνός στα σεντόνια του πατρικού.

Αύγουστος ως μνήμη και ως μετάβαση. Ως επισφράγισμα και ως υπόσχεση. Για τα καλοκαίρια που χάθηκαν κι εκείνα που απομένουν. Αύγουστος κι όχι Δεκέμβρης ο τελευταίος μήνας του έτους· η αρχή και το τέλους του κύκλου.

Η τέχνη μας η φρικτότερη του εγώ μεταμφίεση


Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου...
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω - νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

***

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

***

Ῥομαντικὸς ἐπίλογος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

[Νίκος Καροῦζος, 1926-1990]

Συνταγογραφημένα καλοκαίρια


Μας πιάνει τα καλοκαίρια μια τάση να προλάβουμε, να κάνουμε, να πάμε, να ζήσουμε, αγνοώντας ότι ήδη όλα αυτά συμβαίνουν. Αγνοώντας ότι δεν υπάρχουν συνταγές. Τα συνταγογραφημένα καλοκαίρια αλλά και τόσα αλλά που νόμιζα ότι έτσι κι όχι αλλιώς, είναι άλλης πια ζωής, άλλου ανθρώπου. Τα καλοκαίρια ξοδεύονται όπως ξοδεύονται τόσα και τόσα· όπως ξοδεύεται χωρίς να μας ρωτήσει η ζωή. Το ξόδεμα είναι ο νόμος κι όχι η εξοικονόμηση.

Γλυκά από συνταγή αποτυγχάνουν περίτρανα. Θυμάμαι της μάνας ή της μάνας της μάνας μου. Σκάρτο το κέικ, κάθονταν στη μέση, μια αηδία. Και τα γλυκά του κουταλιού που περνούσαν δια πυρός και σιδήρου με τηλέφωνα σε γνωστές, συγγένισσες, γειτόνισσες, πόση ζάχαρη, πόσο βράσιμο, με γλυκόζη ή χωρίς, ζαχάρωναν, ξίνιζαν πριν την ώρα τους. Ή αυτοσχεδιάζεις ή όπως τα ξέρεις και μπορείς. Δεν θα σκάσουμε κιόλας: ιδού ο νόμος. Έτσι κι αλλιώς η θερμοκρασία των ημερών δεν βοηθά.

Στέκω αμήχανα μπροστά στις διακοπές τους, στις αναμονές τους σε σταθμούς και λιμάνια, στην καταθλιπτική μυρωδιά ξενοδοχείων κι ενοικιαζόμενων δωματίων με θέα το πράσινο ή το γαλάζιο, που πάντα ήταν εκεί αλλά τώρα μας βόλεψε να φωτογραφηθούμε μαζί του. Αμήχανα μπρος στην θλιβερή μελαγχολία εκείνων που φεύγουν να ξεσκάσουν, ν’ αλλάξουν παραστάσεις, να φορτίσουν μπαταρίες. Να ’ναι θλιβερή κι η μελαγχολία, πάει πολύ.

Το καλοκαίρι μου ήταν και είναι όπως κάθε εποχή. Μια απλή καθημερινότητα, σα να μην είχα ποτέ τίποτα να διακόψω. Κι η καθημερινότητα κρύβει ως φαίνεται τις πιο ζηλευτές συγκινήσεις. Φτάνει να μπορείς να δεις. Φτάνει ν’ απλώσεις χέρι ν’ αγγίξεις. Τώρα γιατί έτσι κι όχι αλλιώς, είναι θέμα που αφορά όσους αναζητούν τρόπους να είναι, να κάνουν, να πάνε, έχοντας στο τσεπάκι τους σκασίλες, μικροενοχές και αυτοτιμωρίες.

Το καλοκαίρι δεν είναι παρά άλλη μία εποχή. Μία ακόμα μετάβαση. Είναι στέκω για λίγο, πριν συνεχίσω ξανά. Αλλά στέκω. Το άγχος του αλλού, με άλλους, για όσο, μαραίνει όπως ο πλατύφυλλος βασιλικός στο τραπέζι της βεράντας πού ’μεινε απότιστος στον ήλιο. Το καλοκαίρι είναι καλοκαίρι. Όχι προετοιμασία για κάτι άλλο.