Ξενοδοχείο 9.58 | 7 Φλεβάρη 2018


Έμαθα να μετανιώνω· κι έμαθα να μην μετανιώνω που μετάνιωσα. Όπως έμαθα να μην δαιμονοποιώ γοητευτικές έννοιες όπως: θλίψη, αμαρτία, απαισιοδοξία, πτώση, άρνηση, μηδενισμός. Όλα, απαραίτητα συστατικά της ζωής μας. Απεχθάνομαι τον άκρατο θετικισμό, θεωρίες αισιοδοξίας, όνειρα, σκοπούς και αφελείς φράσεις όπως: «όλα είναι για καλό» ή ακόμα πιο αφελείς όπως: «θα τα καταφέρεις». Είναι φορές που δεν θέλω να καταφέρω τίποτα.

***

Αν υπάρχει κάτι που με γοητεύει στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην ποίηση, είναι ο ίδιος ο λόγος και η δύναμη που εκπέμπει. Και όταν μιλώ για λόγο, μιλώ για προφορικότητα. Ο γραπτός λόγος υπάρχει σα να μην υπάρχει. Έχει ανάγκη τη φωνή σου για να υπάρξει κι ας επιμένουμε ότι τα γραπτά μένουν. Ο πολιτισμός αυτού του τόπου, παρά τον πλούτο της γραμματείας του, είναι πρωτίστως προφορικός. Πώς το έλεγε ο Χειμωνάς; «Στον εγκέφαλο δεν υπάρχει κέντρο της γραφής. Υπάρχει μόνο κέντρο του προφορικού λόγου… Στον προφορικό λόγο δεν έχουμε στίξη, έχουμε προσωδία, τονισμούς σχεδόν μουσικούς».

***

[καλεσμένος το βράδυ της Τετάρτης 7 Φλεβάρη 2018, στο “Ξενοδοχείο 9.58” της ΕΡΤ3 | στην υποδοχή, η Φωτεινή Μπαλογιάννη: http://webradio.ert.gr/958fm/07fev2018-xenodochio-958-giorgos-saratsis/]

Νυχτερινές Απουσίες #30

Απόκρυφα παράθυρα, θολά από υγρασία. Στα δόντια μου αντικείμενα άλλων. Ούτε φιλί ούτε κουβέντα. Τελειώνω στο στόμα σου.

Απ’ το ξεδίπλωμα του εαυτού ένα τίποτα καραδοκεί και μου φιλάει τα χέρια. Ποτέ μισή η δική μου ντροπή. Ή ολόκληρη ή καθόλου. Κι όλα συμβαίνουν απρόσμενα.

Αυτοτραυματίζομαι. Δεν υπερβάλλω. Βλέπω από το βάθος του ύψους, διακατέχομαι από οράματα εντόμων που επιβιώνουν τρομαγμένα σε γωνίες.

Οδός Κασσάνδρου. Δύσκολα ξεχνιέται το γαλάζιο της ημέρας. Πρόωρες αλκυονίδες, χειμώνας λόου προφάιλ ― λες και βαριέται ν’ ανασάνει.

Το παράδοξο με ό,τι συμβαίνει είναι ότι έχει συμβεί ξανά. Και πάντα τα ίδια μάτια, τα ίδια αυτιά ν’ αφουγκράζονται το τέλμα.

Δεν θα τολμήσει κανείς να επιστρέψει. Ώσπου κάποιος επιστρέφει και μοιάζει η επιστροφή με φτώχεια.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

En peu de vers | Mémoire de Vendredi (Ολιγόστιχα | Μνήμη Παρασκευής), μτφρ. Ελένη Τρουπή-Bourillon


Ανέκδοτα βράδια στο κάτω συρτάρι –
ανοίγεις να δεις
κι έχεις γεράσει
*
Des soirées inédites dans le tiroir du bas –
tu ouvres pour voir
et tu as vieilli


Πέντε έξι πλαστικές καρέκλες
για την παρέα
να βγουν τα πυροφάνια
Αγία Τριάδα – Αρετσού
*
Cinq ou six chaises en plastique
pour la compagnie
en attendant que les farillons prennent la mer
Agia Triada – Aretsou


Τα φώτα της πόλης
μικρά ασήμαντα κεράκια
πιο πολύ μέσα
παρά μπροστά σου
*
Les lumières de la ville
petites bougies insignifiantes
plus en toi
que devant toi


Η μυρωδιά της θάλασσας
ντυμένη παιδικά –
αδέσποτα σκυλιά θα πλησιάζουν
κάτι να μας πουν
να γευτούν
τ’ απομεινάρια
*
L’odeur de la mer
vêtue comme un enfant
des chiens errants s’approcheront
pour nous dire quelque chose
pour goûter aux restes


Κάνε μια ευχή
μια αγκαλιά
έτσι ξεκίνησαν όλα  –
από ένα εφηβικό τόλμημα
*
Fais un voeu
un embrassement –
C’est comme ça que tout a commencé
à partir d’un coup hardi d’adolescent


Αγκάλιασε εκείνον
που δεν τολμά να μιλήσει
Τί πάει να πει χυδαίο;
*
Embrasse
celui qui n’ose pas parler
Que veut dire “vulgaire”?


Η αγάπη θυμώνει
δείχνει τα δόντια της –
Έρωτες δυσλεκτικοί
ψεύδονται απ’ τα γεννοφάσκια τους
λερώνουν
*
L’amour se met en colère
montre les dents –
Des amours dyslexiques
qui mentent depuis le berceau
salissent


Βράδια που ξέχασαν την καταγωγή τους
καΐκια βάλαν’ μπρος τις μηχανές
απόνερα μνήμης –
αν κάτι μείνει
θα ’χει τη δροσιά άγουρου Σεπτέμβρη
*
Des soirées qui ont oublié leurs origines
des caïcs ont démarré leur moteur
le sillage de la mémoire –
S’il reste quelque chose
Il portera la rosée d’un Septembre vert


Έμμετρα τρόπαια
στιχοπλοκές –
Το γέλιο μας συντηρεί τον κόσμο
*
Des trophées en vers
des vers tissés –
Notre rire entretient le monde


Νιώσε –
η ρετσίνα σέσωκέ σε
μεζές σε πλαστικό πιατάκι
κι έχει ο θεός
*
Sens
la résine t’a sauvé
un mézé dans une assiette en plastique
et on s’en remet à Dieu


Βάλσαμο
να ’σαι αφημένος
σ’ ένα μικρό κομμάτι γης
χωρίς αιτία
*
C’est du baume
de s’abandonner
sur un petit bout de terre
sans raison

Απολογισμός


Γενάρης, ορεινή Ελασσόνα. Να τρέξουμε, να προλάβουμε τον ήλιο πριν χαθεί. Κατερχόμαστε ζώντες, ανερχόμαστε γυμνοί.

Ο Φλεβάρης μυρίζει φρέσκα εσπεριδοειδή. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι άλλο πέρα από την ποίηση της ήττας. Ρέμπελος, σχεδόν ημίτρελος. Καταφύγιο στον Βουδισμό. 

Μάρτης. Τα γραπτά του Κορνήλιου Αγρίππα στο αίμα μου. Πορεία αντιεξουσιαστών στο κέντρο της πόλης. Ένα μεγαλειώδες τίποτα μας κρατά στη ζωή.

Απρίλης. Εποχή ατολμίας. Όλα είναι δάχτυλα. Το έρχομαι δεν υπάρχει.

Μάης στην Χαλκιδική. Εκκολάπτει ύπνο μέσα του ο κόσμος. Λυπάμαι που δεν έχω τα χέρια σου. 

Ιούνης. Πρώιμο καλοκαίρι στη Θράκη. Όταν βρέχει και μυρίζουν ανθισμένες φλαμουριές, λείπεις.

Ιούλης. Καύσωνας. Απ’ το Καραμπουρνάκι στην πρωτεύουσα. Το Χαμένο Κέντρο του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Αύγουστος. Μια συμφωνία του Μάλερ ή ένας στίχος ελάσσονος ποιητή, έχουν να πουν περισσότερα για τη ζωή από την ίδια τη ζωή.

Σιωπηλά μπάνια του Σεπτέμβρη. Όστρακα πάνω στην υγρή πετσέτα. Κηλίδα στον Σαρωνικό. 

Οκτώβρης. Δεν μου ’μεινε ίχνος εαυτού. Η τυφλότητα του σκύλου, δική μας τυφλότητα.

Νοέμβρης. Επιστροφή στη Θήβα ή τη Σαμαρκάνδη. Ψιλή σαν ψίθυρος βροχή. Νεροποντές και λασπόνερα. Ερχόμαστε από την υγρασία.

Δεκέμβρης. Μέρες σαν πονοκέφαλος. Η γαμημένη μας τρέλα. Ξημέρωμα στη Λάρισα. Η πόλη ένα ζώο μαζεμένο στη γωνιά του.

Αέρας η γλώσσα

Η Ποίηση είναι μια απάτη
κι ο Ποιητής αρχιψεύταρος.
Μόνο το Σώμα που λατρεύεις υπάρχει.

Ηλίας Πετρόπουλος

Είναι κάποια στόματα που υποψιάζονται και δεν μιλούν. Κάποια μάτια βαθύτερα απ’ το σκοτάδι. Κάποιες ανάσες που γίνονται φωνές και τρέχει αέρας η γλώσσα να σωθεί. Είναι κάποιοι άντρες φορτωμένοι τη θλίψη όλου του κόσμου. Κανείς ν’ απλώσει χέρι. Θηρίο αρσενικοθήλυκο μας κατατρώει. Άνθρωποι έντομα πετούν, ανοίγουν φτερά για τον μεγάλο γυρισμό. Οι τόποι αυτοί ανθίσαν μια φορά. Και ίσως μόνο ένα παιδί αντιληφθεί κάποτε το ανώφελο. Βαθαίνουμε. Γι’ αυτό φλυαρούν τα χρώματα το σούρουπο. Γι’ αυτό ηχηρές οι κραυγές των πουλιών. Μέχρι ο άνθρωπος να πνίξει τα πάντα. Μέχρι το παν να πνίξει τον άνθρωπο. Βαθαίνουμε κι ούτε μια φωνή απ’ τη στεριά. Το πράσινο να δεις, το χρώμα που παίρνει το δέρμα καθώς ξημερώνει. Καμιά βεβαιότητα, σύντροφοι. Μέσα απ’ τους στίχους ψηλαφάται η φθορά.


[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΤΕΡΑ ΧΗΝΑΣ]